Αν κανείς αποφασίσει να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ σημαντικό να ανακαλύψει τον θεραπευτή και την προσέγγιση που του ταιριάζει.
Ως προς τον θεραπευτή, υπάρχουν πολλές ειδικότητες. Υπάρχουν οι ψυχολόγοι, που έχουν αποφοιτήσει από τα αντίστοιχα αναγνωρισμένα πανεπιστήμια με άδεια άσκησης επαγγέλματος, πιθανόν με κάποια μεταπτυχιακά και ιδανικά με ειδίκευση σε κάποια προσέγγιση. Χωρίς την προσέγγιση, η θεραπευτική πράξη είναι πιθανόν ανέφικτη, καθώς μέχρι εκείνο το σημείο οι γνώσεις είναι πιο θεωρητικές και γενικές.
Στη συνέχεια, υπάρχουν οι σύμβουλοι ψυχικής υγείας και οι life coaches, οι οποίοι δεν είναι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων αυτών, αλλά έχουν παρακολουθήσει άλλες εκπαιδεύσεις. Τέλος, υπάρχουν και οι ψυχίατροι, οι οποίοι είναι οι μοναδικοί που έχουν το δικαίωμα διάγνωσης και χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής.
Κάποιοι ψυχίατροι, έχουν εκπαιδευτεί και σε κάποια προσέγγιση, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να μπορούν να πραγματοποιούν συνεδρίες ψυχοθεραπείας και να μη μένουν μόνο στο πεδίο της γνωμάτευσης. Διευκρινίζεται πως και οι ψυχολόγοι εκπαιδεύονται στην ψυχοπαθολογία, ώστε να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν ποιους θεραπευόμενους μπορούν να αναλάβουν, πότε χρειάζεται ψυχιατρική υποστήριξη ή με ποιον τρόπο μπορούν να βοηθήσουν καλύτερα έναν θεραπευόμενο. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν μπορούν να κάνουν διάγνωση ή να χορηγήσουν κάποια αγωγή. Οι παραπάνω επαγγελματίες, όπου αυτό ενδείκνυται και χρειάζεται, μπορούν και συστήνεται να συνεργάζονται με έναν ψυχίατρο για την καλύτερη υποστήριξη του θεραπευόμενου.
Μεγάλο μέρος της θεραπείας, ωστόσο, είναι αυτό που ονομάζεται θεραπευτική σχέση. Είναι πολύ σημαντικό ένας επαγγελματίας να έχει το εκπαιδευτικό υπόβαθρο να υποστηρίξει την ευθύνη αυτής της υπηρεσίας, αλλά δεν είναι το μοναδικό κριτήριο. Πέρα από τις θεωρητικές γνώσεις και προσεγγίσεις, θεραπευτική είναι η σχέση με τον θεραπευτή.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ένας θεραπευόμενος να νιώθει ασφάλεια και εμπιστοσύνη με τον θεραπευτή, στοιχεία που χτίζονται σε βάθος χρόνου, αλλά από την αρχή φαίνονται κάποια δείγματα. Ένας θεραπευτής χρειάζεται να τηρεί το θεραπευτικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτει προσωπικές πληροφορίες του θεραπευόμενου σε κανέναν, παρά μόνο σε περίπτωση που έχει σοβαρές ενδείξεις για τον κίνδυνο της ζωής του θεραπευόμενου ή τρίτων. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ο θεραπευόμενος ενημερώνεται. Είναι, επίσης απαραίτητο ο θεραπευόμενος να νιώθει πως μπορεί να μοιραστεί ελεύθερα τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, χωρίς να νιώθει ότι κρίνεται. Είναι καίριας σημασίας η θεραπευτική σχέση να διέπεται από αμοιβαίο σεβασμό.
Ακόμη, όμως και στην περίπτωση που ο θεραπευόμενος κάπου δυσκολεύεται με τον θεραπευτή ή τη θεραπευτική διαδικασία, είναι πολύ βοηθητικό να το μοιραστεί και να αξιοποιηθεί το μοίρασμά του θεραπευτικά. Η σχέση δηλαδή να το χωρέσει, να το αντέξει και να το χρησιμοποιήσει ως κάτι ωφέλιμο.
Ο χώρος της συνεδρίας είναι εκείνο το ασφαλές μέρος, που μπορεί κανείς να προετοιμαστεί, ώστε να ζήσει με έναν νέο και συχνά ξένο τρόπο, έξω από αυτόν. Η θεραπεία συμβαίνει, έξω από το γραφείο του θεραπευτή, αλλά με όλα τα εφόδια και τις διεργασίες που έχει αποκομίσει εκεί.
Η θεραπεία έχει ολοκληρωθεί, όταν ο θεραπευόμενος νιώθει ο ίδιος ικανοποιημένος από τον εαυτό του, πως έφτασε εκεί που επιθυμούσε, πως μπορεί να διαχειριστεί, ακόμη και όσα δεν κατάφερε να αλλάξει και όταν δεν χρειάζεται πια τον θεραπευτή του, αλλά μπορεί να σταθεί μόνος του, στα δικά του πόδια.

